Σάββατο 25 Μαρτίου 2017

Ανήκω ... σε μια "άκρως επικίνδυνη" κατηγορία ανθρώπων...

Αντιγράφουμε μια επίκαιρη ανάρτηση από to fb του αναγνώστη μας Δημήτρη Αργυράκη 

Σταχυολογώ από το άρθρο του Φαήλου Κρανιδιώτη στην ιστοσελίδα enwsi.gr, στις 16.03.2017:
‘‘Ποιοί αντιδρούν στην ανέγερση της «Αγια-Σοφιάς», του νέου γηπέδου της ΑΕΚ;
Συμμορίες ακροαριστερών, «οικολόγοι», περίοικοι με μικροσυμφέροντα και ένας δήμαρχος επίσης ακροαριστερών φρονημάτων, που πιο πιθανό είναι να γίνω εγώ ιμάμης, παρά ο Βασιλόπουλος να ξαναβγεί δήμαρχος. Κάπου παραπίσω στο δωμάτιο υπάρχει κι ένας ελέφαντας συμφερόντων, που σιγοντάρει την υπονόμευση της ανέγερσης, λόγω αντίθεσης ποδοσφαιρικής, επιχειρηματικής και από απλό γινάτι.
Η πραγματική αιτία της διαφωνίας αυτού του μειοψηφικού μωσαϊκού, τουλάχιστον για κάποιους από τους φανερούς παράγοντες της αντίθεσης στο γήπεδο και όχι για όσους δρούν στο επιχειρηματικό παρασκήνιο, είναι βαθιά ιδεολογική. Πίσω από τις περιβαλλοντικές ανησυχίες και το νομικίστικο κατενάτσιο, το κοινό που έχουν όλοι αυτοί είναι η απέχθειά τους για οτιδήποτε εθνικό, η δυσανεξία τους για ό,τι σηματοδοτεί την αναζωπύρωση της μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων από τους Τούρκους, την αληθινή αιτία της προσφυγιάς και συνακόλουθα την ενίσχυση της εθνικής ταυτότητας. Οι μηδενιστές αρνητές των εθνικών ιδεών έπαθαν σοκ από αυτό που έκανε όλους εμάς τους υπολοίπους να ανατριχιάσουμε, όταν είδαμε στη μακέτα και το όνομα του νέου γηπέδου.
Οι αρχιτεκτονικές γραμμές, που θυμίζουν τα τείχη της Βασιλεύουσας, το όνομα ¨Αγια-Σοφιά» και ο δικέφαλος αετός συγκινούν ως τα τρίσβαθα της ψυχής του κάθε Έλληνα πατριώτη, που δεν ήταν κοπανατζής στο μάθημα της Ιστορίας.....’’

Αφορμή για τις προσωπικές σκέψεις που ακολουθούν, αποτέλεσαν ο ανερμάτιστος λόγος και η αμετροέπεια που χαρακτηρίζουν το παραπάνω κείμενο, ο δογματικός αφορισμός της διαφορετικής άποψης, η ανερυθρίαστη καπηλεία των συναισθημάτων απλών ανθρώπων, η κατάφωρη προσβολή της ιστορικής μνήμης και του πολιτισμού μας, η παντελής απαξίωση της έννοιας του πατριωτισμού και της εθνικής αξιοπρέπειας.
Κρίση εθνικής ταυτότητας;
Ανήκω, λοιπόν, σε μια «συμμορία ακροαριστερών», που διανοούνται να αμφισβητήσουν την ευδαιμονία που τους προσφέρει αφείδωλα ο κάθε αυτόκλητος ‘‘ευεργέτης’’, ο οποίος βαφτίζει, χωρίς την παραμικρή ηθική αναστολή, την ανάπτυξη της ατομικής επιχειρηματικής του δραστηριότητας ως θεάρεστη πράξη κοινωνικής και πολιτιστικής προσφοράς, ως ταπεινή και αλτρουιστική συμβολή στον αθλητισμό, στην εκπλήρωση του ονείρου και στη δικαίωση της προσμονής χιλιάδων διαχρονικά εξαπατημένων φιλάθλων.
Ανήκω, επίσης, σε μια «συμμορία οικολόγων», που τολμούν να υποστηρίξουν ότι δεν είναι αυτονόητα εμπορεύσιμη η κάθε σπιθαμή γης αυτής της χώρας, προσδίδοντάς της, με όρους χυδαίας αγοράς, την ανάλογη ανταλλακτική αξία. Που τολμούν να διακηρύξουν ότι ο κάθε οικισμός δεν οφείλει να αναπτύσσεται και να λειτουργεί δίχως εναλλακτική πρόταση, παρά μόνο, υπακούοντας πιστά και απαρέγκλιτα, στους μονοδιάστατους όρους του ‘‘δούναι-λαβείν’’ που επιβάλλει η λογική της αντιπαροχής.
Ανήκω, επίσης, σε μια «συμμορία περίοικων με μικροσυμφέροντα», που έχουν την αναίδεια να οραματίζονται και να διεκδικούν, με γνώμονα πάντα το εγωιστικό ‘‘μικροσυμφέρον’’ τους, μια γειτονιά που δεν θα μεταλλάσσεται, μέρα με τη μέρα, σε ένα απρόσωπο άθροισμα χώρων διαμονής και εργασίας, αλλά θα εντάσσεται πιο αρμονικά στο φυσικό περιβάλλον, θα κρατάει ζωντανές τις μνήμες των κατοίκων της, θα είναι πιο φιλική για τα παιδιά τους.
Ανήκω, επίσης, σ’ ένα «μειοψηφικό μωσαϊκό» των ‘‘καθ’ έξιν’’ παράφρονων ανθρώπων, που αρνούνται πεισματικά να κάνουν σημαία τους την αβελτηρία, αποδεχόμενοι άκριτα την άμετρη υποσχεσιολογία του κάθε επίδοξου σωτήρα, που πασχίζουν να αντισταθούν στις σειρήνες της οποιασδήποτε σύγχρονης Κίρκης, που έχουν το απύθμενο θράσος να συνδιαλέγονται με τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω τους, να ακούνε και να σέβονται τη διαφορετική άποψη, να συμφωνούν ή να διαφωνούν, να κρίνουν.
Ανήκω, επίσης, σ’ ένα άλλο «σιωπηλό μωσαϊκό» κακεντρεχών ανθρώπων, που αρνούνται να ενδώσουν σε ποικίλες δημαγωγικές πομφόλυγες, οι οποίες, αυστηρά επιλεκτικά και κατά περίπτωση, μετουσιώνονται σε κροκοδείλια δάκρυα για τον αβάσταχτο ανθρώπινο πόνο, τη δυστυχία και την κάθε λογής προσφυγιά. Παραμένω αμετανόητα στους κόλπους των ‘‘άφρονων ανθρώπων’’, που επικοινωνούν αυτή την αδυσώπητη πραγματικότητα σε καθημερινή βάση και χωρίς ιδιότυπες εξαιρέσεις, ανάλογα με το χρώμα του δέρματος, τη φυλή, την καταγωγή και τη θρησκεία και που, συν τοις άλλοις, εξακολουθούν φλεγματικά να παραμένουν εξοργιστικά ανεπίδεκτοι στην υιοθέτηση έωλων ευφυολογημάτων περί καλού και κακού DNA, που μοιραία προετοιμάζουν το έδαφος για τη γονιμοποίηση ρατσιστικών και φασιστικών αντιλήψεων.
Ανήκω, τέλος, στους «μηδενιστές αρνητές των εθνικών ιδεών», καθότι δεν ένιωσα τη δέουσα ανατριχίλα στο αντίκρυσμα της μακέτας της ‘‘Αγια-Σοφιάς’’, αδυνατώντας να ενταφιάσω τον ‘‘πατριωτισμό’’ μου σ’ αυτά τα ανιστόρητα πλαίσια και να αναγορεύσω σε μείζον θέμα ανάδειξης της ‘‘εθνικής ταυτότητας’’ και σεβασμού της ‘‘συλλογικής μνήμης’’ την ταύτιση με ένα φαραωνικό έργο, που, πέραν του ότι ασελγεί πάνω στο σώμα του παραδοσιακού προσφυγικού συνοικισμού, αλλοιώνοντας και προσβάλλοντας βάναυσα την αρχιτεκτονική του φυσιογνωμία, επιχειρεί απροσχημάτιστα να καπηλευθεί βιώματα και αναμνήσεις χιλιάδων Μικρασιατών προσφύγων. Των ίδιων προσφύγων, των οποίων οι κυνηγημένοι και ξεριζωμένοι από τις εστίες τους πρόγονοι, στις αρχές του 20ου αιώνα, προπηλακίστηκαν, χλευάστηκαν, απομονώθηκαν και αντιμετωπίστηκαν σαν ‘‘εισβολείς’’ από κάποιους αντίστοιχους αυτόχθονες ‘‘καθαρόαιμους πατριώτες’’, με το σκεπτικό ότι οι νεοφερμένοι θα τους έπαιρναν το ψωμί από το τραπέζι.
 Ανήκω, μ’ άλλα λόγια, σε μια "άκρως επικίνδυνη" κατηγορία ανθρώπων, που αρνούνται να ‘‘μπολιάσουν’’ το μυαλό τους με ανάλογου είδους εθνικιστικά φληναφήματα και αγωνίζονται να αναπτύξουν ιδεολογικά αντισώματα σε κάθε επιχειρούμενη λαθροχειρία συνειδήσεων, πολιτισμού και κοινωνικών αξιών. Που αρνούνται να κολυμπήσουν στα λύματα του υποπολιτισμού της απύθμενης μισσαλοδοξίας, να αγνοήσουν τους στίχους και τις νότες που συνθέτουν τη μουσική των ανθρώπινων αισθημάτων, να παραμερίσουν τις οικουμενικές αξίες. Που αρνούνται να απωλέσουν την καλαισθησία της ψυχής υπό το κράτος των βρυχηθμών, να ανταλλάξουν τη χρωματική πανδαισία της ζωής με το γκρίζο του μέλλοντός τους.
Μήπως, εν τέλει, ήμουν συστηματικά και κατ’ εξακολούθηση ‘‘κοπανατζής στο μάθημα της Ιστορίας’’, με συνέπεια να παραμείνω μορφωτικά μετέωρος υπό την επήρεια μιας ελλοχεύουσας «κρίσης εθνικής ταυτότητας»;
Μήπως, όσοι έχουν παρόμοιες πεποιθήσεις, πρέπει να παραδοθούν αναφανδόν στην πυρά της ‘‘Νέας Ιεράς Εξέτασης’’, προκειμένου να απαλλαγεί η κοινωνία μας από τέτοιου είδους ‘‘μιάσματα’’ και να μείνει άσπιλη και αμόλυντη, όπως ακριβώς την ευαγγελίζονται κάποιοι κήνσορες του ύστερου μεσαιωνισμού και, συνάμα, νεοκήρυκες της εθνοκαπηλίας και της αρρωστημένης πατριδολαγνείας;